Με αφορμή την
ανάγνωση του
‘Περί αλήθειας και
ψεύδους υπό εξωηθική έννοια’
«Τα κείμενά μου χαρακτηρίστηκαν Σχολή της Υποψίας,
κι ακόμη περισσότερο της Περιφρόνησης»,
F. Nietzsche, Ανθρώπινο,
πολύ ανθρώπινο.
«Μ’ αρέσουν οι μύθοι,
αλλά δεν περιφρονώ και την πραγματικότητα»,
Denis Guedj, Το θεώρημα του
παπαγάλου.
Ι. Εισαγωγή.
Ένα από τα κεντρικότερα προβλήματα που
έχει να αντιμετωπίσει κανείς όταν προσεγγίζει τη θεματική της μεταφοράς, είναι
το πρόβλημα της αλήθειας. Κι αυτό γιατί, τουλάχιστον σύμφωνα με έναν από τους
ορισμούς της μεταφοράς, ένα κριτήριο για την αναγνώρισή της, είναι ότι η
μεταφορά, είναι κυριολεκτικά ψευδής. Όταν λέμε ότι «Ο άνθρωπος είναι
λύκος»,
αναγνωρίζουμε αμέσως το ψεύδος που προκύπτει από την προφανή αντίφαση που
κάνει ένα δίποδο να είναι ταυτοχρόνως και τετράποδο.
Αυτή η θέση,
ωστόσο, παρουσιάζει τη μια πλευρά του νομίσματος στην προβληματική της
μεταφορικής αλήθειας. Η διαμάχη για την προτεραιότητα ανάμεσα στην κυριολεξία
και τη μεταφορά μάς δίνει μια διπλή, αντίστροφη πορεία. Σύμφωνα με την αντίπαλη
άποψη, η ίδια η κυριολεξία δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της μεταφορικής
συγκρότησης, όχι μόνο των εννοιών, αλλά και της γλώσσας στο σύνολό της.
Μια εκδοχή
της υπεράσπισης της προτεραιότητας της μεταφοράς έναντι της κυριολεξίας
βρίσκουμε στον Nietzsche,
στο άρθρο του με τίτλο ‘Περί Αλήθειας και Ψεύδους υπό εξωηθική έννοια’. Σ’ αυτό το άρθρο, ο
Nietzsche όχι απλώς
υπερασπίζεται την προτεραιότητα της μεταφοράς έναντι της κυριολεξίας, αλλά
ακόμη περισσότερο υποβιβάζει την κυριολεξία σε μια προσποίηση, και στην
ασυνείδητη αυτοεξαπάτηση των ανθρώπων που αναζητούν την αλήθεια. Η αλήθεια δεν
είναι παρά μια ‘στρατιά μετακινούμενων μεταφορών’,
ένα νόμισμα που έμεινε σκέτο μέταλλο,
‘ένας καθεδρικός ναός εννοιών που βρίσκεται πάνω σε κινητά θεμέλια και σε
τρεχούμενο νερό’. Ο άνθρωπος νομίζει ότι
φτάνει στην αλήθεια επειδή ξεχνάει ότι οι αρχέγονες εποπτειακές μεταφορές είναι
μεταφορές, και τις εκλαμβάνει ως τα ίδια τα πράγματα.
Αυτό που είναι ενδιαφέρον, ήδη από τον
τίτλο του άρθρου, είναι το γεγονός ότι ο Nietzsche προσδιορίζει από την αρχή το πλαίσιο πραγμάτευσης του
προβλήματος: η αλήθεια και το ψεύδος υπό εξωηθική έννοια. Και είναι
ενδιαφέρον, -όσο και χρήσιμο-, γιατί μας επιτρέπει να συζητήσουμε τις απόψεις
του Nietzsche για τη
μεταφορά ανεξάρτητα από ηθικές διαστάσεις, σε καθαρά λογικό/σημασιολογικό
επίπεδο.
Βεβαίως, στη νιτσεϊκή προβληματική
υπάρχει ένα τεράστιο πλέγμα εννοιών και μεταμφιέσεων μεταξύ αλήθειας και
ψεύδους. Το απλό δίπολο, -η δίτιμη λογική- υπονομεύεται, καθώς ο Nietzsche προσθέτει σ’αυτήν
την αντίθεση μια σειρά από συμπληρωματικούς όρους, τα σύνορα των οποίων, ενώ
δεν είναι πολλές φορές ευδιάκριτα, παραμένουν όμως διαφορετικά: ψεύδος, λάθος,
εξαπάτηση, αυτοεξαπάτηση, προσποίηση, μύθος, πλάνη, παραπλάνηση. Και τα
πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο καθώς αυτό που φαίνεται αληθές, δεν
είναι παρά μια ψευδής προσέγγιση της πραγματικότητας. Έχουμε απλώς την
ψευδαίσθηση ότι προσεγγίζουμε την
πραγματικότητα. Με αυτό το ξετύλιγμα όλων των δυνατών περιπτώσεων ψεύδους, στη
συζήτηση θα μπορούσε εξίσου να υπεισέλθει η διάσταση της προθετικότητας.
Νομίζω, ωστόσο, ότι η σημασιολογική προσέγγιση διατηρεί την αυτονομία της, στο
βαθμό που η συζήτηση για τη μεταφορά μπορεί να ξεκινήσει και να παραμείνει στο
επίπεδο ενός και μοναδικού ερωτήματος: Πώς είναι δυνατό ένα κατηγοριακό λάθος,
όπως είναι η μεταφορά, να μην είναι απλή ανοησία, και να έχει, ως, εκ τούτου,
όχι μόνο νόημα, αλλά και αναφορά και αλήθεια.
Γιατί, αυτό που αποτελεί την
ειδοποιό διαφορά της μεταφοράς ως ψευδούς δήλωσης από εκείνη την ομάδα ψευδών,
όπως η απάτη, η εξαπάτηση, η προσποίηση, κ.λ.π., βρίσκεται ακριβώς στο επίπεδο
της πρόθεσης, και για την ακρίβεια στην κατανόηση της μεταφοράς ως τέτοιας, ανεξάρτητα
από προθέσεις. Γιατί, η μεταφορά διαδηλώνει το ψεύδος της σε τέτοιο
βαθμό και με τέτοια προφάνεια, που δεν τίθεται ζήτημα προθέσεων ούτε καν στην
αρνητική της μορφή.
Στη
διάκριση αλήθειας-ψεύδους, στην οποία θέλω να υπεισέλθω, καθοριστικό ρόλο δεν
παίζει η προθετικότητα, αλλά η συστηματικότητα, η σημασιολογική δομή ενός
ταξινομητικού συστήματος. Οι προθέσεις καθορίζουν ένα διαφορετικό επίπεδο στη
διαδικασία τόσο της παραγωγής, όσο και της κατανόησης των μεταφορών, ένα
επίπεδο που τοποθετείται μετά από την αναγνώριση της μεταφοράς ως τέτοιας, και
όχι πριν.
Το να
κατανοήσουμε την πρόταση «Ο άνθρωπος είναι λύκος» ως ένα ψεύδος που έχει νόημα
και όχι ως έναν παραλογισμό, ούτε ως λάθος, αλλά ούτε και ως ένα ψεύδος που
έχει στόχο την εξαπάτηση, προϋποθέτει ότι και η συνοχή των κατηγοριών
διαταράσσεται με τρόπο τόσο προφανή, ώστε κανείς να μην αποδέχεται ως αληθή την
πρόταση, και ότι η αντιστοιχία των όρων ‘λύκος’ και ‘άνθρωπος’ δεν μας
δίνουν μιαν αληθή πρόταση, με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν αληθής μια πρόταση του
τύπου «Ο άνθρωπος είναι δίποδο». Ούτε
όμως και μια πρόταση του τύπου «Είμαι πλούσιος», ενώ στην πραγματικότητα είμαι
φτωχός, γιατί μπορεί να είμαι οτιδήποτε από τα δύο. Από την άλλη μεριά, ένας άνθρωπος
σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι λύκος. Ο χαρακτήρας του αδύνατου που
εμφανίζει μια μεγάλη ομάδα μεταφορών, που κατά κύριο λόγο συγκροτούν την ομάδα
των ζωντανών μεταφορών, αναδεικνύει το κριτήριο της μεταφορικότητας.
Πρέπει,
βεβαίως, να επισημάνουμε ότι και φυσικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τις
μεταφορές με την πρόθεση να εξαπατήσουμε κάποιον, όπως προκύπτει από το εξής
παράδειγμα: αν κάποιος θέλει να πουλήσει ένα παλιό αυτοκίνητο, που στην
πραγματικότητα είναι ‘σαράβαλο’, μπορεί να πει «Το αυτοκίνητο είναι σκυλί», με
την έννοια ότι εξακολουθεί να είναι σε καλή κατάσταση.
Εδώ όμως τα επίπεδα είναι δύο: α. το αυτοκίνητο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση
να είναι και σκυλί, (κυριολεκτικό ψεύδος, το οποίο προηγείται), β. το
αυτοκίνητο μπορεί να είναι, αλλά μπορεί και να μην είναι «σκυλί», δηλαδή σε
καλή κατάσταση, πράγμα που θα καθορίσει αν έχουμε μεταφορικό ψεύδος ή
μεταφορική αλήθεια.
Έτσι, στο παρόν άρθρο θα ισχυριστώ και
ότι η αλήθεια, τουλάχιστον για ένα μέρος των πραγμάτων που ονομάζουμε αληθή,
υπάρχει, και ότι, ακόμη περισσότερο, υπάρχει δίπλα στην κυριολεκτική και η
μεταφορική αλήθεια, και ότι η θέση της προτεραιότητας της μεταφοράς έναντι
της κυριολεξίας συσκοτίζει επικίνδυνα αυτήν την σημαντική επιστημολογική
διάκριση. Επίσης θα προσπαθήσω να δείξω ότι ο ισχυρισμός του Nietzsche, -η άρνησή του στην
ύπαρξη της αλήθειας-, μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο από μια συγκεκριμένη
οπτική, μόνο με την ανάγνωση του όρου ‘αλήθεια’ υπό ένα πολύ συγκεκριμένο
πρίσμα, αυτού της άρνησης του πράγματος καθ’αυτού, και της μεταφυσικής
γενικότερα. Όχι όμως και της σημασιολογικής προσέγγισης.
ΙΙ. Πρώτη ένσταση:
ο Αριστοτελικός φιλελευθερισμός.
Ένα βασικό βήμα στην κατανόηση της
θέσης της προτεραιότητας της μεταφοράς έναντι της κυριολεξίας, όπως τη
διατυπώνει ο Nietzsche,
είναι να διακρίνουμε με ποια έννοια, η γλώσσα, οι έννοιές μας, και τελικά η
αλήθεια, συγκροτούνται μεταφορικά.
Δύο είναι τα επίπεδα της μεταφορικής
συγκρότησης:
Πρώτον, ακόμη και πριν από τη
συγκρότηση της γλώσσας, έχουμε μια σειρά μεταβάσεων από τα απλά, νευρικά
ερεθίσματα, στη συγκρότηση κάποιων εικόνων, και στη συνέχεια στην συγκρότηση
της φωνής. Σ’αυτό το σημείο ο Nietzsche
έχει ήδη διακρίνει δύο επίπεδα μεταφοράς.
«Πρώτα
ένα νευρικό ερέθισμα που μεταφέρεται σε μια εικόνα! Πρώτη μεταφορά. Η εικόνα
πάλι μετασχηματίζεται σε μια φωνή! Δεύτερη μεταφορά».
Από αυτήν την άποψη θα λέγαμε ότι η
διατύπωση της θέσης της προτεραιότητας της μεταφοράς έναντι της κυριολεξίας,
στην πραγματικότητα είναι πλήρης υπερίσχυση της μεταφοράς, και εξαφάνιση της
κυριολεξίας. Η ίδια η συγκρότηση μιας και μόνο λέξης, μιας φωνής που κάτι
σημαίνει, που παραπέμπει σε μια εικόνα, είναι μεταφορική. Ο υπαινιγμός εδώ
είναι ότι η λέξη δεν αντιστοιχεί σε κάτι εξωγλωσσικό με τρόπο μονοσήμαντο,
οριστικό και τελικό. Μόνο η ταυτολογία μπορεί να οδηγήσει στην αλήθεια, δηλαδή
σε ‘κούφια τσόφλια’.
Δεύτερον, όχι μόνο οι μεμονωμένες λέξεις,
αλλά και οι έννοιές μας συγκροτούνται μεταφορικά. Το σύνολο του ταξινομητικού
μας συστήματος συγκροτείται μεταφορικά, γιατί κάθε λέξη, κάθε έννοια, αποτελεί
μια εξίσωση ανομοίων: δεν μπορούμε να βρούμε δύο ίδια φύλλα, δύο ίδιες γάτες,
κλπ. Γι’αυτό και οι κατατάξεις που κάνουμε είναι αυθαίρετες: αντί γι’αυτές θα
μπορούσαμε να έχουμε κάνει κάποιες άλλες. Ενώ, για παράδειγμα, αποδίδουμε στο
σκουλίκι την ιδιότητα του κουλουριάσματος,
και την ίδια ιδιότητα αποδίδουμε και στο φίδι, ωστόσο τα έχουμε
κατατάξει ξεχωριστά.
Η γλώσσα δεν μας δίνει την ουσία των πραγμάτων, ούτε ισούται με τα πράγματα. Απλώς
μας επιτρέπει, εξισώνοντας ανόμοια πράγματα με όποιο τρόπο θέλουμε, να
κατατάσσουμε αυτό ή το άλλο χαρακτηριστικό σε αυτήν ή την άλλη έννοια.
Τόσο, λοιπόν, η
ίδια η αντίληψη της πραγματικότητας και η ατομική, μεμονωμένη γλωσσική της
έκφραση, όσο και η συγκρότηση των γλωσσικών κατηγοριών είναι μεταφορικές.
Μια βασική ένσταση που μπορεί να
διατυπώσει κανείς σ’αυτήν την πολλαπλή θεώρηση της μεταφορικότητας είναι το
γεγονός ότι έχουμε ήδη μια πληθώρα χρήσεων του ίδιου του όρου ‘μεταφορά’. Στο
υπό συζήτηση άρθρο μπορούμε να ανιχνεύσουμε τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές
χρήσεις:
- ‘Μεταφορά’ είναι και ο σχηματισμός μιας εικόνας
στον αμφιβληστροειδή μας,
- ‘Mεταφορά’ είναι και η μετατροπή της εικόνας σε
φωνή,
- ‘Mεταφορά’ είναι και η συγκρότηση της έννοιας
‘φύλλο’, ‘δέντρο’, ‘τραπέζι’, κ.λπ.
- Μεταφορικά συγκροτείται το σύνολο του ταξινομητικού
συστήματος μιας γλώσσας.
Φυσικά, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο
παρουσίασης του θέματος, ‘Όλα Είναι Μεταφορές’, και μ’αυτήν την έννοια η
μεταφορά όχι απλώς προηγείται της κυριολεξίας, αλλά την εξαφανίζει. Αλλά -και
εδώ διατυπώνεται η ένσταση- αν ανατρέξουμε στην ευτυχή πρώτη σύλληψη του
προβλήματος της μεταφοράς από τον Αριστοτέλη,
θα δούμε ότι η μεταφορά θεωρήθηκε ως ένα γένος, με επιμέρους είδη. Άλλο είδος
μεταφοράς είναι να μιλάμε για γένη, άλλο να μιλάμε για είδη, άλλο να
χρησιμοποιούμε αναλογίες, άλλο να προσθέτουμε το ‘σαν’ και επομένως να
επεκτείνουμε μια απλή μεταφορά σε παρομοίωση.
Άλλο είδος είναι να δημιουργούμε οπτικές μεταφορές, όπως για παράδειγμα αυτές
που βλέπουμε στους πίνακες του Magritte,
ή σε μια διαφήμιση, άλλο είναι να μιλάμε για γλωσσικές μεταφορές. Μολονότι,
λοιπόν, όλα αυτά τα είδη αξίζουν το όνομα ‘μεταφορά’, ωστόσο έχει μεγάλη
σημασία να διακρίνουμε τις διαφορές τους, διατυπώνοντας με σαφήνεια τα κριτήρια
που διαφοροποιούν αυτά τα είδη. H
γενικευμένη χρήση του όρου ‘μεταφορά’ από τον Αριστοτέλη, -γνωστή ως
‘αριστοτελικός φιλελευθερισμός’-
και η συνακόλουθη ταξινόμηση των επιμέρους ειδών μεταφορών, διατηρεί μια
σπουδαία μεθοδολογική αξία, όχι μόνο γιατί μας αρέσουν οι ταξινομήσεις, πράγμα
που σημαίνει ότι θέλουμε να βάλουμε μια τάξη και στο χάος της ίδιας της έννοιας
της μεταφοράς, αλλά κυρίως γιατί μας επιτρέπει να βγούμε από το αδιέξοδο μιας
συζήτησης στην οποία μιλάμε για διαφορετικά πράγματα απλώς με το ίδιο όνομα.
Άλλο πράγμα είναι να μιλάμε για τη συγκρότηση, ή την προέλευση των εννοιών,
άλλο για το πώς, έχοντας ένα έτοιμο ταξινομητικό σύστημα, παρεμβαίνουμε σε αυτό
και το αλλάζουμε, έστω κι αν οι αλλαγές συγκροτούνται και από νεκρές μεταφορές.
Αυτό όμως που αποτελεί ενίσχυση της
αριστοτελικής τοποθέτησης του προβλήματος, είναι το γεγονός ότι ούτε κι ο ίδιος
ο Nietzsche κατορθώνει
να αντισταθεί σε μια κατάταξη των ίδιων των μεταφορών, μολονότι με τρόπο
άρρητο.
Παρά τη ρητή
του αντίθεση σε οποιοδήποτε μόνιμο ταξινομητικό σύστημα, θεωρούμενο ως μόνιμα
αληθές, λόγω της ηρακλείτειας προτίμησης του στη συνεχή μεταβολή και το
γίγνεσθαι, τελικά και ο ίδιος διακρίνει ανάμεσα στις μεταφορές, εκείνες που
συμμετέχουν στη συγκρότηση του ταξινομητικού συστήματος και των εννοιών,
(νεκρές μεταφορές) και σε όσες ξεφεύγουν από την ταξινόμηση, και παραμένουν
ατομικές και μοναδικές, τις εποπτειακές μεταφορές, (ζωντανές μεταφορές).
«Ενώ κάθε εποπτειακή μεταφορά είναι
ατομική και μοναδική και μπορεί, γι’αυτό, να διαφεύγει πάντα την ταξινόμηση,
το μέγα οικοδόμημα των εννοιών επιδεικνύει την άκαμπτη ρυθμικότητα ενός
ρωμαϊκού οστεοφυλακίου και εκπνέει μέσα στη λογική, την αυστηρότητα και
την ψυχρότητα εκείνη που αρμόζει στα μαθηματικά. Όποιος νιώσει αυτή την παγερή
πνοή πάνω του θα δυσκολευτεί πολύ να πιστέψει ότι και η έννοια,
κοκκάλινη και οκταγωνική σαν κύβος και μεταθετή σαν κι αυτόν, τελικά δεν είναι
παρά το κατάλοιπο μιας μεταφοράς, και ότι η ψευδαίσθηση της
καλλιτεχνικής μεταφοράς ενός νευρικού ερεθίσματος σε εικόνες είναι, αν όχι η
μάνα, τότε σίγουρα η γιαγιά της κάθε μιας έννοιας.»,
Ο λόγος αυτής της προτίμησής του
σχετίζεται, όπως είπαμε, με την ηρακλείτειας προέλευσης αντίληψη για τη συνεχώς
μεταβαλλόμενη πρόσληψη της πραγματικότητας. Εδώ όμως ο Nietzsche δεν κάνει απλώς μια κατάταξη
των μεταφορών, προχωράει εμμέσως και σε
μιαν αξιολόγησή τους: οι ζωντανές μεταφορές, αυτές που ξεφεύγουν από την
ταξινόμηση είναι καλές, οι νεκρές μεταφορές, αυτές που συμμετέχουν σε μια
ταξινόμηση είναι κακές, παραπλανητικές, γιατί έχουμε ξεχάσει ότι ήταν
μεταφορές.
Η αξιολογική όμως αυτή θέση του Nietzsche δεν είναι χωρίς
προεκτάσεις. Όπως παρατηρεί ο Gemes,
ο Nietzsche
χρησιμοποιεί κυρίως δύο είδη μεταφορών, τις πολεμικές («η αλήθεια είναι μια
στρατιά μεταφορών») και τις οργανικές, («πνευματική τροφή») και δεν επιλέγει
τυχαία το δεύτερο είδος, ακριβώς επειδή θέλει να αντιπαρατεθεί στον Πλατωνισμό
και τον Χριστιανισμό. Η τάση του είναι να κατεβάσει το πνευματικό στο σωματικό
επίπεδο, να μειώσει τρόπον τινά, να υποβιβάσει το άυλο, και μ’αυτόν τον τρόπο
να αντιτάξει κάποιο είδος νατουραλισμού.
Και γι’αυτό αξιολογεί θετικά τις ζωντανές μεταφορές, όχι όμως και τις νεκρές,
συμβατικοποιημένες, μεταφορικά, κατά τον ίδιο, συγκροτημένες έννοιες.
Νομίζω ότι μπορεί κανείς να προχωρήσει
περισσότερο αυτή τη σκέψη του Gemes
και να εντάξει το πρόβλημα αυτό στο γενικότερο πρόβλημα του γεφυρώματος που
κάνει πάντα η μεταφορά, ανάμεσα στο αισθητό και στο μη αισθητό.
Και αυτό το γεφύρωμα αποτελεί συνήθως το φιλοσοφικό κριτήριο αξιολόγησης της
μεταφοράς: ο Frege για
παράδειγμα, τη χαρακτηρίζει αρνητικά, ως ένα αναγκαίο κακό, γιατί όταν
επιχειρεί να μιλήσει για τις ιδέες, αναγκάζεται να μιλήσει μεταφορικά, δηλαδή
με όρους αίσθησης, πράγμα που στη συνέχεια τον αναγκάζει επίσης να στραφεί στη
μελέτη της γλώσσας.
« Δεν βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση ενός ορυκτολόγου
που δείχνει στους ακροατές του ένα ορυκτό. Δεν μπορώ να τοποθετήσω μια σκέψη
στα χέρια των αναγνωστών μου με την απαίτηση να την εξετάσουν σε ένα λεπτό από
όλες τις πλευρές. Πρέπει να είμαι ευχαριστημένος με το να παρουσιάσω στον
αναγνώστη μια σκέψη, άυλη, ντυμένη σε αισθητή γλωσσική μορφή. Η μεταφορική
πλευρά της γλώσσας παρουσιάζει δυσκολίες. Το αισθητό πάντοτε υπεισέρχεται
και καθιστά την έκφραση μεταφορική και γι’αυτό ακατάλληλη. Ετσι, μια μάχη
με τη γλώσσα λαμβάνει χώρα, και είμαι υποχρεωμένος να καταπιαστώ με τη γλώσσα,
παρόλο που δεν είναι το κύριο ενδιαφέρον μου εδώ.»
Σ’αυτό το χωρίο ο Frege, όχι μόνο αποδέχεται τη διάκριση
μεταφοράς-κυριολεξίας, αλλά μας υποδεικνύει άρρητα και το κριτήριο που οδηγεί
στη διάκριση αποδίδοντας στη μεταφορά έναν αρνητικό χαρακτήρα: ‘Το αισθητό
πάντοτε υπεισέρχεται και καθιστά την έκφραση μεταφορική και γι’αυτό ακατάλληλη’.
Η λαθραία εισαγωγή του αισθητού, σε πνευματικά ζητήματα καθιστά τις μεταφορές
αρνητικές. Ο Nietzsche,
από την άλλη μεριά, τοποθετείται θετικά απέναντι στις μεταφορές -τις ζωντανές
μεταφορές- ακριβώς επειδή επιδιώκει αυτό που για το Frege είναι ανεπιθύμητο,
παραμένει όμως αναπόφευκτο. Και μάλιστα, η επιδίωξη αυτή του Nietzsche συγκροτείται και στο επίπεδο
μιας στρατηγικής, η οποία αποτελεί ένα από τα βασικά κίνητρα χρήσης μεταφορών
από τον ίδιο.
Ανεξάρτητα πάντως από την στάση που
υιοθετεί ο καθένας από τους δύο απέναντι στη μεταφορά, αυτό που παρουσιάζει
πρώτιστο φιλοσοφικό ενδιαφέρον είναι η διαπιστωμένη και από τους δύο αντίσταση
του αισθητού, που καθιστά τη χρήση των μεταφορών στη μια περίπτωση αρνητική
αλλά αναπόφευκτη, στην άλλη θετική και επιδιωκόμενη. Στην τέταρτη ενότητα θα
εξετάσουμε αν και με ποιο τρόπο, η αντίσταση του αισθητού, η υποχρεωτική μ’άλλα
λόγια, εμφάνιση της μεταφοράς μπορεί να αναλυθεί με σημασιολογικούς όρους.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα που μπορούμε να
βγάλουμε από αυτήν τη μικρή σύγκριση ανάμεσα στο Nietzsche και τον Frege είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο θα
χειριστούμε τη διάκριση μεταφοράς-κυριολεξίας, ο τρόπος αξιολόγησής της, ακόμη
και το αν θα καταργήσουμε εντελώς την έννοια της κυριολεξίας, είναι μια πολύ
σοβαρή επιλογή, που αντανακλά τα βαθύτερα κριτήριά μας για τη σχέση
γλώσσας-κόσμου, και φυσικά την άποψή μας για την έννοια της αλήθειας. Επομένως,
έχει δίκιο ο Hinman,
ότι το ποια θέση παίρνει κανείς στο πρόβλημα της προτεραιότητας αντανακλά και
ποια θεωρία αλήθειας αποδέχεται.
Η αριστοτελική τοποθέτηση λοιπόν, και η
άρρητη κατάταξη και αξιολόγηση του Nietzsche, μας οδηγούν στο να συζητήσουμε για τα κριτήρια της
διάκρισης μεταφοράς-κυριολεξίας, και να ξαναθέσουμε το ερώτημα αν το να δεχτούμε
ότι όλη η γλώσσα είναι μεταφορική, σημαίνει και ότι εκεί τελειώνει το ζήτημα
της διάκρισης μεταφοράς-κυριολεξίας.
ΙΙΙ. H αλήθεια και το ψέμα αρχίζουν με τη γλώσσα
Η βασική διάσταση του προβλήματος που
αναδεικνύεται από τη νιτσεϊκή προοπτική, είναι ότι η αλήθεια αρχίζει στο
επίπεδο της γλώσσας κι όχι νωρίτερα, γιατί η γλώσσα μάς δίνει τη δυνατότητα και
του ψεύδους.
«...η δε
νομοθεσία της γλώσσας προσφέρει και τους πρώτους νόμους της αλήθειας. Διότι
σ’αυτό το σημείο προκύπτει για πρώτη φορά η αντίθεση ανάμεσα στην αλήθεια και
το ψεύδος: ο ψεύτης χρησιμοποιεί τις ισχύουσες υποσημάνσεις, τα λόγια για να
παραστήσει το μη πραγματικό ως πραγματικό, λέει λόγου χάρη ‘είμαι
πλούσιος’ ενώ ίσα ίσα το ορθό όνομα αυτής της κατάστασης θα ήταν
‘φτωχός’.»
Το χάσμα ανάμεσα στην αλήθεια και το
ψέμα προκύπτει από τη στιγμή που αρχίσουμε να μπαίνουμε στην υποκαταστατική
λειτουργία της γλώσσας. Η γλώσσα μάς επιτρέπει να μιλάμε για πράγματα που
απουσιάζουν. Αυτά μπορούν να είναι ή
να μην είναι αληθή.
Κάποιος λοιπόν που ψεύδεται
λέγοντας πως είναι πλούσιος, ενώ είναι φτωχός, παρουσιάζει το μη πραγματικό
ως πραγματικό.
Αλλά μήπως η αλήθεια, δεν είναι τελικά
ακριβώς αυτή η δυνατότητα να διακρίνουμε το πραγματικό από το μη πραγματικό;
Και τότε ο Nietzsche
αναφέρεται απλώς στο όρθο όνομα αυτής της κατάστασης,
αποσιωπώντας την ‘αλήθεια’. Τί άλλο είναι το ορθό όνομα, αν όχι η
αληθινή περιγραφή της πραγματικής κατάστασης;
Εδώ θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι
αυτή η ‘αληθινή περιγραφή της πραγματικής κατάστασης’ δεν είναι παρά μια
ενδοπαραδειγματική αλήθεια και, ως εκ τούτου, μια αλήθεια σχετική προς τις
συγκεκριμένες κατηγορίες που έχουμε υιοθετήσει προκειμένου να συγκροτήσουμε το
Παράδειγμά μας. Αλλά αυτές οι κατηγορίες δεν είναι ούτε οι μοναδικές, ούτε οι
τελικές. Δεν συνιστούν την οριστική και αμετάκλητη περιγραφή της
πραγματικότητας.
Ο Νietzsche μάλιστα προχωράει ακόμη
περισσότερο την κριτική του στις ενδοπαραδειγματικές κατηγορίες, καταγγέλοντάς
τες για προσποίηση.
«Αν κρύψει κανείς ένα πράγμα πίσω από
έναν θάμνο, το ψάξει πάλι ακριβώς εκεί που το έκρυψε και τελικά το βρει, τότε
ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτε το αξιέπαινο σ’αυτήν την αναζήτηση και εξεύρεση της
‘αλήθειας’ μέσα στην περιφέρεια του λόγου. Όταν δίνω τον ορισμό του θηλαστικού
και στη συνέχεια, εξετάζοντας μια καμήλα, δηλώνω: ιδού ένα θηλαστικό, τότε
βγαίνει στο φως μια αλήθεια, ωστόσο είναι περιορισμένης αξίας...»
Ορίζουμε
το θηλαστικό, και ύστερα βλέπουμε μια καμήλα και λέμε ‘Να ένα θηλαστικό’. Έχουν
όμως πράγματι όλες οι κατατάξεις αυτόν τον χαρακτήρα της προσποίησης, τον οποίο
καταγγέλει ο Nietzsche;
Δεν υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στην αποδοχή τουλάχιστον κάποιας ορθότητας, με
βάση το πραγματικό, και στην απαξίωση της αλήθειας;
Εδώ νομίζω ότι
δημιουργούνται ορισμένα προβλήματα:
Πρώτον, ιστορικά, ξέρουμε ότι
σοβαρότατες αναθεωρήσεις έχουν γίνει, τέτοιες που προκάλεσαν αλλαγή
Παραδειγμάτων. Η μετάβαση από το γεωκεντρικό στο ηλιοκεντρικό σύστημα, σήμαινε
ακριβώς μια τέτοια αλλαγή. Ενδεχομένως, θα προτιμούσαμε τη γη στο κέντρο του
κόσμου, (πράγμα που θα ταίριαζε με τον ανθρωποκεντρισμό που καταγγέλλει ο Nietzsche), αλλά παρότι ο
‘θάμνος’ δεν μετακινήθηκε, η γη βρέθηκε στην περιφέρεια και ο ήλιος στο κέντρο.
Τις φάλαινες τις είχαμε βάλει στα ψάρια αλλά τις βρήκαμε στα θηλαστικά.
Επομένως, ο ισχυρισμός ότι οι κατηγορίες που έχουμε για τον κόσμο είναι απλώς
θέμα προτίμησης, την οποία μάλιστα προσποιούμαστε ότι δεν έχουμε, και η οποία
δεν έρχεται σε καμία επαφή με την πραγματικότητα, που δεν επιδέχεται καμία
επίδραση από την πραγματικότητα, καταρρίπτεται και μόνο από το γεγονός ότι
επανακατηγοριοποιούμε τον κόσμο υπό το φως καινούργιων ανακαλύψεων, και φυσικά
από τις συνακόλουθες τροποποιήσεις στις έννοιές μας και τις κατηγορίες μας.
Επομένως υπό το φως καινούργιας μαρτυρίας, εμπειρικών δεδομένων, αλλάζουμε τις
αντιλήψεις μας και αναθεωρούμε τις υφιστάμενες κατηγορίες. Όχι όμως απλώς
επειδή θέλουμε να αλλάξουμε αντιλήψεις, αλλά γιατί υποχρεωνόμαστε, τόσο για να
ενσωματώσουμε καινούργια δεδομένα, όσο και για να διατηρήσουμε τη συνοχή στις
ήδη υπάρχουσες κατηγορίες μας.
Ένα εύρυτερο πλαίσιο κατανόησης της
αντίφασης που εντοπίσαμε, δηλαδή, από τη μια μεριά, αποδοχή κάποιας τουλάχιστον
ορθότητας στη χρήση της γλώσσας, («...το ορθό όνομα θα ήταν
‘είμαι φτωχός’») από την άλλη απόρριψη της αλήθειας, («αλήθεια,
... περιορισμένης αξίας») είναι ότι ο Nietzsche δεν χρησιμοποιεί τον όρο ‘αλήθεια’ πάντοτε με το ίδιο
περιεχόμενο. Ότι, στην πραγματικότητα, έχει στο νου του διαφορετικά είδη
αλήθειας, και αυτό στο οποίο επιτίθεται είναι η αλήθεια καθαυτήν, το πράγμα
καθαυτό κλπ., προσδιορίζοντας την
αλήθεια ενδεχομένως μόνο με πραγματολογικά κριτήρια. Ο Nietzsche, συνεπής προς την
αντιμεταφυσική του στάση, δεν συζητάει για την Αλήθεια, αλλά για τις ‘αλήθειες’,
τις επιμέρους δηλαδή προσεγγίσεις της πραγματικότητας.
Δύο επιχειρήματα επιστρατεύονται για να
δείξουν ότι ο Nietzsche
ενδιαφέρεται τουλάχιστον για κάποιο είδος αλήθειας: το πρώτο από αυτά είναι ότι
δεν θα μπορούσε να αδιαφορεί για την έννοια της αλήθειας, όπως ένας ιστορικός
ενδιαφέρεται για ένα θέμα χωρίς απαραιτήτως να το ασπάζεται. Ο Nietzsche -όπως όλοι-
ενδιαφέρεται να υποστηρίξει την αλήθεια της δικής του θέσης.
Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι θα πρέπει
μάλλον να εγγραφεί στον προοπτικισμό, την άποψη δηλαδή ότι η αλήθεια είναι
σχετική προς κάποια προοπτική, και κυρίως προς εκείνη την προοπτική που
ενισχύει τη ζωή. Και σ’αυτό το πλαίσιο, η
αλήθεια είναι θέμα ερμηνείας: δεν την ανακαλύπτουμε, δεν την βρίσκουμε έτοιμη,
την δημιουργούμε. Ακόμη και η φυσική
ερμηνεύει, δεν εξηγεί.
Εδώ όμως εγείρονται μια σειρά από
σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τα όρια της ερμηνείας, και κυρίως με το σημείο
αφετηρίας της: Πότε αρχίζουν οι ερμηνείες; Υπάρχει κάποιο σημείο, πριν από
το οποίο δεν τίθεται καθόλου ζήτημα ερμηνείας, αλλά ίσως απλώς ονοματοθεσίας;
Λέει για παράδειγμα ο Wittgenstein:
(«Τί ήταν αυτό; Κεραυνός ή πυροβολισμός;». Δεν
μπορούμε εδώ να ρωτήσουμε «Μήπως ήταν θόρυβος;»).
Αυτό που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτό
το χωρίο είναι το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση,
και η ανάγκη για ερμηνεία εγείρεται όταν δεν έχουμε όλα τα δεδομένα στη διάθεσή
μας. Ερμηνεύουμε κάτι, γιατί δεν το κατέχουμε εν συνόλω. Δεν ξέρουμε αν ο
θόρυβος είναι κεραυνός ή πυροβολισμός. Ξέρουμε όμως ότι ήταν θόρυβος.
Το ίδιο ακριβώς ερώτημα, και όχι τυχαία,
έχει συζητηθεί στο πλαίσιο των συζητήσεων για τη μεταφορά: Ένα βασικό ερώτημα
για να αποφασίσουμε αν έχουμε μεταφορά ή κυριολεξία, για το πού τελειώνει η
κυριολεξία, (αν δεχτούμε ότι αρχίζει καθόλου) και πού αρχίζει η μεταφορά είναι
το ερώτημα αν οι προτεινόμενες μεταφορικές ομοιότητες ανακαλύπτονται ή απλώς
δημιουργούνται. Το ίδιο ακριβώς ερώτημα, -επίσης όχι τυχαία- τίθεται όσον
αφορά τους γενικούς όρους, και ειδικότερα τα φυσικά είδη. Είναι τα φυσικά είδη
κατηγοριοποιημένα από μόνα τους; Ή τα συγκροτούμε εμείς; Είναι οι ομοιότητες
ανάμεσα στις γάτες, ομοιότητες που προϋπάρχουν ή εμείς τις δημιουργούμε, παρά
τις εμφανείς διαφορές τους, π.χ. διαφορά σε χρώμα, μέγεθος, κλπ., καθώς επίσης
παρά την ύπαρξη ανώμαλων μελών;
Η συνάφεια αυτών των ερωτημάτων
αναδεικνύεται εύστοχα στο κείμενο του Νietzsche ως εξής:
«Η παράβλεψη του ατομικού και του
ενεργά πραγματικού μας παρέχει την έννοια καθώς και τη μορφή, ενώ αντιθέτως η
φύση δεν γνωρίζει ούτε μορφές, ούτε έννοιες, άρα ούτε και είδη, παρά μονάχα ένα
ακαθόριστο χ, στο οποίο εμείς δεν έχουμε καμία απολύτως πρόσβαση.»
Η ομοιότητα ανάμεσα σ’αυτά τα ερωτήματα
δεν είναι επιφανειακή, γιατί και τα τρία ζητήματα (αλήθεια, μεταφορικές
ομοιότητες, φυσικά είδη) αφορούν απευθείας στο πρόβλημα των κατηγοριών, στις
οποίες ο Nietzsche τόσο
ξεκάθαρα επιτίθεται, όπως είδαμε παραπάνω. Το να αποφασίσουμε πότε μια έκφραση
είναι κυριολεκτική ή μεταφορική, προϋποθέτει ότι έχουμε ήδη αποφασίσει αν η
ομοιότητα που προτείνεται είναι μόνιμη ή προσωρινή, ότι έχουμε ήδη
αποφασίσει ότι υπάρχουν πράγματα μόνιμα. Για τον Nietzsche όμως τίποτε δεν είναι μόνιμο,
γι’αυτό και όλα συγκροτούνται μεταφορικά. Η κυριολεξία απορρίπτεται επειδή η
κυριολεξία συνδέεται με το μόνιμο. Η ηρακλείτεια παραδοχή υπερισχύει: οι
κατηγορίες δεν είναι καλά πράγματα, η μονιμότητα ενός συστήματος κατηγοριών που
εκφράζεται με τη μονιμότητα των γλωσσικών εκφράσεων, ενώ ο κόσμος συνεχώς
αλλάζει, και οι νεκρές μεταφορές, μεταφορές δηλαδή που συμμετέχουν πια στο
ταξινομητικό σύστημα, δεν είναι καλές. Καλές είναι μόνο οι εποπτειακές
μεταφορές, που ξεφεύγουν από την ταξινόμηση, που επιβεβαιώνουν, τρόπον τινά, το
συνεχές γίγνεσθαι. Επομένως η αλήθεια, ένα μεταμφιεσμένο ψεύδος, είναι μόνο
κάτι που εμείς συγκροτούμε κατά βούληση και όχι κάτι που ισχύει ανεξάρτητα από
τις κατηγορίες που υιοθετούμε, στο ανθρωποκεντρικό μας σύμπαν.
ΙV. Η διάκριση
σημασιολογίας-οντολογίας και η αναφορά
Μέχρι εδώ, θα μπορούσαμε να δεχτούμε τις
απόψεις του Nietzsche,
θεωρώντας ως τελικό σημείο της προσέγγισής μας ακριβώς αυτήν την κρυμμένη του
παραδοχή, που δείχνει να καθορίζει το σύνολο των απόψεών του, που ξεπερνούν τα
όρια της μεταφοράς. Όλα λοιπόν μεταβάλλονται, τίποτε δεν είναι μόνιμο και
σταθερό, και όσον αφορά τη γλώσσα, όλα είναι μεταφορές, τις οποίες απλώς έχουμε
ξεχάσει και τις έχουμε παγώσει σε μια κατάταξη, που θα μπορούσε να είναι
διαφορετική.
Και έτσι θα τέλειωνε η παρουσίαση του
προβλήματος.
Υπάρχουν
ωστόσο δύο ζητήματα που παραμένουν άλυτα, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το νιτσεϊκό
οικοδόμημα, η νιτσεϊκή ‘προοπτική’, ολοκληρώθηκε.
Το πρώτο από αυτά, που εγείρεται κυρίως
στην νιτσεϊκή εκδοχή της προτεραιότητας της μεταφοράς, αυτήν που οδηγεί σχεδόν
στην εξαφάνιση της κυριολεξίας, είναι το γεγονός ότι η διαφορά
μεταφοράς-κυριολεξίας είναι χρήσιμη, γιατί αναδεικνύει μια σημαντική
επιστημολογική διαφορά: τη διαφορά ανάμεσα στο κυριολεκτικό και το μεταφορικό
ψεύδος. Έχει διαφορά να λέει κάποιος ότι είναι πλούσιος, ενώ είναι φτωχός,
(κυριολεκτικό ψεύδος), από το να λέει ότι είναι ο Κροίσος, (κυριολεκτικό
ψεύδος), ανεξάρτητα από το αν είναι φτωχός ή πλούσιος, πράγμα που θα
καθορίσει στη συνέχεια το μεταφορικό ψεύδος ή τη μεταφορική αλήθεια.
Αυτή η διαφορά
άλλωστε μας οδήγησε στην επίκληση της αριστοτελικής τοποθέτησης του
προβλήματος. Και αυτή η διαφορά φωτίζει τις νοηματικές και αναφορικές
μετατοπίσεις, παραγωγές, κλπ., που η σύγχρονη σημασιολογική ανάλυση έχει
αναδείξει, -κι ίσως ούτε ακόμη όλες-. Η ομογενοποίηση όλων των ειδών μεταφοράς,
συσκοτίζει ακριβώς τη διαφορά ανάμεσα στο ψεύδος με την ηθική διάσταση, το
ψεύδος που λέγεται με πρόθεση, και το ψεύδος που είναι παράλογο, όχι όμως
ανόητο, όπως η μεταφορά. Την αντίφαση εκείνη, που απαγορεύει οι άνθρωποι να
είναι ζώα, τα φυτά αντικείμενα, οι ιδέες ορατές, το πνευματικό αισθητό κτλ.
Γιατί παραβιάζεται όχι μόνο η συνοχή ενός ταξινομητικού συστήματος, αλλά και η
αντιστοιχία των όρων με το πραγματικό.
Η μεταφορά
είναι ένα ψεύδος, το οποίο όμως όλοι το καταλαβαίνουμε ως ψεύδος. Φυσικά με τη
χρήση των μεταφορών, όπως είπαμε παραπάνω, μπορούμε εξίσου να παράγουμε αληθείς
και ψευδείς προτάσεις. Αλλά το να δείξουμε σε τί διαφέρουν οι μεταφορές από τις
κυριολεξίες στο πρώτο επίπεδο, μπορεί να φωτίσει πληρέστερα το μηχανισμό
παραγωγής νοήματος, το ρόλο της αναφοράς, και το όριο της προθετικότητας.
Το δεύτερο
ζήτημα σχετίζεται με το ερώτημα αν στη θεώρηση του Nietzsche συμφύρονται ή όχι, δύο εντελώς
διαφορετικά επίπεδα φιλοσοφικού προβληματισμού: το οντολογικό με το
σημασιολογικό επίπεδο. Και μάλιστα με εκείνο το μέρος της σημασιολογίας που
έχει καταγραφεί ως αναφορική σημασιολογία. Συμφυρμός, που δεν θα ήταν νόμιμος,
και που θα συσκότιζε εξίσου όσα προβλήματα εγείρονται από το πρώτο ζήτημα.
Γιατί μπορούμε να αποδεχτούμε την ηρακλείτεια βάση της προοπτικής του, στο
οντολογικό επίπεδο, να αρνηθούμε όμως την επέκτασή της στο σημασιολογικό.
Σύμφωνα με
τους Hales-Welshon, αυτό που ο Nietzsche αρνείται είναι
ακριβώς μια σημασιολογία στην οποία θα υπάρχουν
ανεξάρτητα-από-προοπτικές-αντικείμενα-αναφοράς.
Πράγμα που σημαίνει ότι η ηρακλείτεια οντολογική του θέση καθορίζει και τη
σημασιολογική του θεώρηση. Γιατί αν υπάρχουν ανεξάρτητα-από-προοπτικές
αντικείμενα αναφοράς τότε η συνεχής μεταβολή χάνει την πρωτοκαθεδρία.
Την ακριβώς
αντίθετη ιδέα διατυπώνει, εύστοχα, ο Nola ως εξής:
«...
τουλάχιστον μερικά κύρια ονόματα και οι γενικοί όροι που εφαρμόζουμε έχουν μιαν
αναφορά [denotation].
Μπορεί να κάνουμε λάθος σχετικά με το τί είδους οντότητες είναι αυτά τα
αναφερόμενα [denotata],
αλλά αυτό με κανένα τρόπο δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι τέτοιοι όροι έχουν
αναφερόμενα. Σε οτιδήποτε κι αν θεωρούμε ότι οι όροι μας αναφέρονται, η
αναγωγική ρεαλιστική ερμηνεία των παρατηρήσεων του Nietzsche εγγυάται
ότι η αναφορά παραμένει αμετάβλητη, παρά την όποια αλλαγή στις πεποιθήσεις μας
σχετικά με το είδος των οντοτήτων που αποτελούν τα αντικείμενα αναφοράς, [which is denoted]».
Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να
γνωρίζουμε το μεταφυσικό, οντολογικό, status των αναφερομένων. Αυτό που έχει σημασία, είναι το γεγονός
ότι τα αναφερόμενα παραμένουν τα ίδια, είτε τα θεωρούμε υπό καντιανή, είτε υπό
ηρακλείτεια, είτε υπό οποιαδήποτε άλλη, προοπτική.
Υπάρχει δηλαδή κάτι στην έννοια της
προοπτικής, (το οποίο θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε στο ίδιο επίπεδο με την
ερμηνεία), που αρχίζει μετά, και όχι πριν από την πρόσληψη του κόσμου. Μπορεί ο
Brahe να βλέπει στο
ξημέρωμα τον ήλιο να κινείται, και ο Kepler, να ‘βλέπει’ τη γη να περιστρέφεται, αλλά από την συγκεκριμένη
θέση της παρατήρησης και οι δύο βλέπουν τον ήλιο να κινείται, ανεξάρτητα από
την εξήγηση για τη φαινομενική αντίφαση της κίνησης που ο δεύτερος καλείται να
δώσει.
Μπορεί δύο φυσικοί να διαφωνούν για το αν τα νετρόνια έχουν μάζα ή όχι, αλλά
για τα νετρόνια συζητούν.
Αυτή η θέση δεν υπαινίσσεται ότι οι
διαφορές αυτές δεν έχουν σημασία και συνέπειες, και μάλιστα σοβαρότατες.
Υποστηρίζει όμως ότι οι διαφορές αποκτούν νόημα επειδή υπάρχει ένα κοινό,
αναφορικό υπόστρωμα, που μας επιτρέπει και μας σήμερα να συζητούμε γι’αυτές
ακριβώς τις διαφορές, και να ξέρουμε ότι είναι οι ίδιες,
αυτές που μας επιτρέπουν να μιλούμε μεταφορικά, και να μην παραπλανιόμαστε.
Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι:
δεχόταν τελικά ο Nietzsche
αυτήν την ανεξαρτησία-από-προοπτικές των αναφερομένων; Μ’άλλα λόγια, μπορεί
ο προοπτικισμός να συμβαδίσει με μιαν αναφορική σημασιολογία; Και το
ερώτημα θα μπορούσε να επεκταθεί και να διατυπωθεί έτσι ώστε να συμπεριλάβει το
σχετικισμό γενικότερα. Τί μας επιτρέπει το κείμενο του Nietzsche να δεχτούμε; Την άποψη των Hales-Welshon ή την άποψη του Nola;
Υπάρχει λοιπόν ένα χωρίο που μας δείχνει
την κατεύθυνση προς την αποδοχή ανεξάρτητων-από-προοπτικές αντικειμένων
αναφοράς, ένα χωρίο στο οποίο λανθάνει ακριβώς αυτή η άποψη, είτε επειδή ο Nietzsche κατά βάθος δεχόταν
την ανεξαρτησία αυτήν,
σε αντιδιαστολή με το πράγμα καθ’αυτό, είτε επειδή δεν συνειδητοποιούσε ο ίδιος
ότι η ανεξαρτησία αυτή ισχύει.
«Οι διαφορετικές γλώσσες, η μία δίπλα στην
άλλη, δείχνουν ότι όσον αφορά τις λέξεις δεν τίθεται ποτέ θέμα αλήθειας, ούτε
και μιας ισακριβούς έκφρασης: γιατί, διαφορετικά, δεν θα υπήρχαν τόσες πολλές
γλώσσες. Το ‘πράγμα καθαυτό’ (ακριβώς αυτό θα ήταν η καθαρή, άνευ συνεπειών
αλήθεια) είναι ακόμα και για τον ποιητή της γλώσσας εντελώς ασύλληπτο και
διόλου ευκταίο. Αυτός υποσημαίνει μονάχα τις αναφορές των πραγμάτων προς
τους ανθρώπους και, για να τις εκφράσει, καταφεύγει στη βοήθεια των
τολμηρότερων μεταφορών».
Σ’αυτό το σημείο η ανάλυση της
μεταφοράς γίνεται καθοριστικής σημασίας, ακριβώς επειδή μας βοηθάει να
αποφασίσουμε για το είδος και την έκταση αυτής της ανεξαρτησίας.
Η πρόταση «Ο άνθρωπος είναι λύκος», έχει
νόημα, χωρίς να πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος γίνεται στ’αλήθεια λύκος,
ακριβώς επειδή και οι δύο όροι της μεταφοράς διατηρούν την αναφορική
ανεξαρτησία τους. Τόσο ο άνθρωπος όσο και ο λύκος παραμένουν άθικτοι ως προς
την αναφορά τους. Το γεγονός ότι αυτό πράγματι συμβαίνει, μπορεί να γίνει ακόμη
πιο φανερό αν συγκρίνουμε την πρόταση αυτή με τον κενό όρο «λυκάνθρωπος», (και
με τους κενούς όρους γενικότερα, για παράδειγμα τις γοργόνες, τους κένταυρους,
κλπ.) στον οποίο εκτός από τη νοηματική σύζευξη των όρων, έχουμε κυρίως μια
αναφορική/φανταστική σύζευξη. Έχουμε προχωρήσει στην συγκρότηση μιας
καινούργιας, εξίσου μη πραγματικής, οντότητας και υπαινισσόμαστε κάτι
διαφορετικό από αυτό που κάνουμε στη μεταφορική πρόταση, στην οποία οι δύο όροι
διατηρούν την αυτονομία τους.
Αν δεν υπήρχε η αναφορική αυτονομία των
όρων που συμμετέχουν σε μια μεταφορά, τότε θα προχωρούσαμε επιπλέον και στην
πεποίθηση ότι ο άνθρωπος πράγματι είναι τετράποδο και όχι δίποδο, και θα
καθιστούσαμε την πρόταση «Ο άνθρωπος είναι δίποδο», αντιφατική, παράλογη, ή
ίσως μεταφορική. Το σύστημα των κατηγοριών μας δεν επιτρέπει την αναφορική συνύπαρξη,
μας δείχνει ότι η προτεινόμενη ταυτότητα είναι μόνο μεταφορική, δηλαδή ψευδής
στο αναφορικό επίπεδο. Μ’αυτήν την προσέγγιση, η αναφορά, η ανεξαρτησία της
αναφοράς, η αντίσταση της αναφοράς να τροποποιηθεί, μετατρέπεται σε προϋπόθεση
για την κατανόηση μιας μεταφοράς ως μεταφοράς, και όχι ως κυριολεξίας, ή ίσως
ενός παραλογισμού, μιας απλής ανοησίας.
Αυτή η αντίσταση της αναφοράς έκανε
πολλούς θεωρητικούς να ισχυριστούν ότι οι μεταφορές είναι πάντα κυριολεκτικά
ψευδείς. Ότι δηλαδή η κυριολεξία προηγείται της μεταφοράς. Ένα επιχείρημα προς
αυτήν την κατεύθυνση βρίσκουμε στον Kuhn,
σύμφωνα με τον οποίο κατανοούμε την πρόταση «Ο πόλεμος είναι παιχνίδι», ως
μεταφορική, ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ήδη τί σημαίνει πόλεμος και τί παιχνίδι.
Αν δεν το γνωρίζαμε, τότε θα παρανοούσαμε την πρόταση, θα πιστεύαμε
λανθασμένα ότι ο πόλεμος είναι απλώς ένα παιχνίδι, όπως για παράδειγμα, το
κρυφτό, και θα μας διέφευγε το γεγονός ότι οι άνθρωποι σκοτώνονται στ’αλήθεια
σ’έναν πόλεμο.
Έτσι, οι μεταφορές, αποτελούν ψευδείς
ισχυρισμούς, ψεύτικα ψέμματα που δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά από κανέναν.
Όχι τουλάχιστον στο επίπεδο της αναφοράς. Δεν παύουν όμως να έχουν νόημα. Και
είναι ακριβώς στο επίπεδο του νοήματος που μπορούμε εκ νέου να αναζητήσουμε την
αλήθεια ή το ψεύδος της πρότασης. Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι «Το αυτοκίνητο
είναι σκυλί», γιατί, παρά την παλαιότητά του, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται
καλά. Στο αναφορικό επίπεδο, προφανώς και δεν είναι σκυλί. Στο νοηματικό όμως,
μπορεί κάλλιστα να είναι. Αν, δηλαδή, δεν υπήρχε η δυνατότητα αλλαγής νοήματος,
όχι όμως και αναφοράς, η μεταφορά θα ήταν αδύνατη.
Επομένως, αυτό που φαίνεται ότι
χρειαζόμαστε είναι μια διάκριση ανάμεσα σε αληθινά και ψεύτικα
ψέματα, ή ίσως -με άλλους όρους- μια διάκριση ανάμεσα σε αλήθεια
ως προς την αναφορά, και σε αλήθεια ως προς το νόημα, προκειμένου
να αντιμετωπίσουμε την πολυπλοκότητα και τη συνθετότητα των καταστάσεων που
δημιουργούνται λόγω του γεγονότος ότι μιλούμε μεταφορικά.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει
από μια τέτοια διάκριση είναι ότι μπορούμε με όποιο τρόπο θέλουμε να
σκεφτόμαστε, να κατατάσσουμε και να κατηγοριοποιούμε τα αναφερόμενα, διαφορά
που θα μας δώσει το εκάστοτε νόημα, αλλά σκεφτόμαστε, κατατάσσουμε και
κατηγοριοποιούμε κάθε φορά τα ίδια αναφερόμενα. Μ’άλλα λόγια, και με πιο
κλασικούς, φρεγκεανούς όρους, μπορούμε να κατατάξουμε την Αφροδίτη, είτε ως
πρωινό, είτε ως απογευματινό πλανήτη. Αλλά πάντα την Αφροδίτη κατατάσσουμε. Και
φυσικά η ανακάλυψη αυτής της ταυτότητας είχε σοβαρές αστρονομικές, αλλά, όπως
μας έχει δείξει ο Frege,
και σημασιολογικές, συνέπειες. Με τον ίδιο τρόπο, μπορούμε να μιλήσουμε για τον
άνθρωπο με όρους λύκου, διπόδου, φτώχειας, πλούτου, αλλά πάντα για τον άνθρωπο
μιλάμε.
Για τον άνθρωπο, ως αναφερόμενο. Όχι ως
ουσία. Δεν χρειάζεται καθόλου να πάρουμε μια θέση στο πρόβλημα της ουσίας.
Γιατί, ακριβώς μ’αυτήν την έννοια, της αναφοράς, καταφέρνουμε να διαχωρίσουμε
την οντολογία από τη σημασιολογία.
Για την ακρίβεια, από την αναφορική σημασιολογία. Και βεβαίως, αντιστρέφοντας
αυτή την φορά την φρεγκεανή προτεραιότητα, δεν είναι το νόημα που καθορίζει την
αναφορά, αλλά η αναφορά, ο τρόπος σύζευξης ασύμβατων αναφορών θα καθορίσει τον
τρόπο με τον οποίο θα επεξεργαστούμε το μεταφορικά συγκροτημένο νόημα.
Αν, λοιπόν, το κέρδος από τον ισχυρισμό
ότι ‘Όλα Είναι Μεταφορές’, είναι η συνειδητοποίηση ότι η γλώσσα που έχουμε δεν
είναι μια και μοναδική, αλλά θα μπορούσαμε να έχουμε φτιάξει οποιαδήποτε άλλη,
αυτό δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε γλώσσα, μολονότι όχι αναγκαία, δεν έχει
λογική, δεν έχει συνοχή, αλλά και αντιστοιχία.
Αντιστοιχία όχι στον κόσμο καθ’αυτόν, -εφόσον η γλώσσα ποτέ δεν μπορεί ούτε να
καθρεφτίσει, αλλά ούτε και να εξαντλήσει τον κόσμο-, αλλά αντιστοιχία σε
διυποκειμενικά κοινούς όρους ύπαρξης, σε αναφερόμενα, διακριτά και διαχωρίσιμα,
και γι’αυτό επικοινωνήσιμα.
Αυτός είναι και ο λόγος που η αντίσταση
της αναφοράς, και, για να επιστρέψουμε στην δεύτερη ενότητα, η διαπιστωμένη
αντίσταση του αισθητού, εξασφαλίζουν την επικοινωνία, και γι’αυτό τότε η
μεταφορά γίνεται υποχρεωτική. Φαίνεται πως όποτε η γλώσσα τείνει να
απομακρυνθεί από αυτούς τους κοινούς, διυποκειμενικούς, αναφορικούς όρους, τότε
παρεμβαίνει η μεταφορά, και επαναφέρει το αισθητό, και το αναφορικό. Φαίνεται
πως το νόημα χρειάζεται την αναφορά, κι όχι το αντίστροφο.
Συμπερασματικά, μπορούμε να κάνουμε όποια
κατάταξη θέλουμε, αλλά αυτό που θα αποτελεί πάντοτε περιοριστική συνθήκη στο αν
κάτι θα είναι μεταφορικό ή κυριολεκτικό, είναι ακριβώς οι αναφορικοί
περιορισμοί, τους οποίους μας θέτει η γλώσσα, και τελικά η πραγματικότητα.
Δήμητρα Σγουρούδη.
Βιβλιογραφία
- Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής, μετ. Σ.
Μενάρδου, εισ. κειμ. ερμ. Ι. Συκουτρή, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα
1991.
- Αυγελής Ν., 1998, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία,
εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη.
- Black
Μ., 1962, «Μetaphor», σελ. 25-47, στο Models and Metaphors, 1962,
Cornell University Press.
- Βlack M., 1977, «Περισσότερα για τη μεταφορά», περ.
Δευκαλίων, 1980, τ.30, σελ. 171-203, μετ. Μ. Μήτσου-Παππά.
- Boyd,
R.N., 1979, «Metaphor and theory change» στο Ortony 1993, σελ. 481-532.
- Cooper
D.E., 1986, Metaphor, Basil Blackwell, Oxford.
- Davidson
D., 1974, «Βelief
and the basis of meaning», στο Davidson 1984.
- Davidson
D., 1978, «What metaphors mean», στο Davidson 1984.
- Davidson
D., 1984, Inquiries into Truth and Interpretation, Clarendon Press,
Oxford.
- Derrida J.,
1967, Περί Γραμματολογίας, μετ. Κ. Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, 1990.
- Derrida
J., 1971, «White mythology: metaphor in the text of philosophy», στο Derrida J., 1972, Margins of
philosophy, University of Chicago Press, 1982, tr. By Alan Bass, σελ.
207-271
- Frege
G., 1918, «The thought: a logical inquiry», στο Strawson, 1967,
Philosophical Logic, Oxford University Press, σελ. 17-38.
- Gemes
K., 1992, «Nietzsche’s critic of truth», Philosophy and
Phenomenological Research, Volume 52, Issue 1, (Mar. 1992) 47-65.
- Gerhart
R.-Russell A.M., 1984, Metaphoric process, Texas Cristian
University Press.
- Hales
S.- Welshon R., 1994, «Nietzsche on truth and philosophy», Philosophy
and Phenomenological Research, Volume 54, Issue 1, (Mar. 1994),
229-233.
- Hazelton
R., 1943, «Nietzsche’s contribution to the theory of language», The
Philosophical Review, Volume 52, Issue 1, (Jan., 1943), 47-60.
- Hinman
L., 1982, «Nietzsche, metaphor and truth», Philosophy and Phenomenological
research, Volume 43, Issue 2, (Dec., 1982), 179-199.
- Καραχάλιος Μ., 2001, Έριδες Μεταφιλοσοφίας,
εκδ. Πλέθρον.
- Kittay
Ε.F., 1987, Metaphor,
its cognitive force, and linguistic structure, Clarendon Press,
Oxford.
- Kuhn
T.S., 1979, «Metaphor in science», στο Ortony, 1993.
- Mac
Cormac E., 1985, A cognitive theory of metaphor, M.I.T., 1990.
- Nehamas
A., 1983, «‘How one becomes what one is’», The Philosophical Review,
Volume 92, Issue 3, (Jul., 1983), 385-417
- Nietzsche F.,
1872-3, «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια», προλ.-μετ., Θ.
Πενολίδης, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1991
- Nietzsche F.,
1878-80, Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, μετ. Ζ. Σαρίκας.
- Nietzsche F.,
1885-6, Πέρα από το καλό και το κακό, μετ. - επιμ., Ζ. Σαρίκας,
εκδ. Νησίδες, 1999.
- Nola
R., 1987, «Nietzsche’s theory of truth and belief», Philosophy and
Phenomenological Research, Volume 47, Issue 4, (Jun., 1987), 525-562.
- Ortony
A., 1993, (ed.), Metaphor and thought, second, enlarged edition,
Cambridge University Press, 1993.
- Quine
W.V.O., 1960, Word and object, M.I.T. Press.
- Schacht
R., 1984, «Nietzsche on philosophy, interpretation and truth», Noûs,
Volume 18, Issue 1, 1984 A. P. A. Western Division Meetings, (Mar. 1984)
75-85.
- Stewart
R., 1986, «Nietzsche’s perspectivism and the autonomy of the master type»,
Noûs, Volume 20, Issue 3, (Sep. 1986) 371-389.
- Walker
R., 1989, The coherence theory of truth, Routledge, London and New
York.
- Wittgenstein L.,
(1975), Φιλοσοφικές Παρατηρήσεις, εισ. μετ. σχ., Κ. Κωβαίος, εκδ.
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1994.
W.V.O.Quine, (1960, σελ. 16). Η ολιστική προσέγγιση του Quine, που θεωρεί
παραλογισμό το να διακρίνουμε δύο φάσεις εδώ, μια συμφωνία προς το είδος των
οντοτήτων, και μια διαφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά τους, έρχεται σε πλήρη
αντίθεση με την ανεξαρτησία των αναφερομένων, η οποία φαίνεται πως αποτελεί
προϋπόθεση, εφόσον μιλάμε μεταφορικά.
Αυτή τη βασική διαφορά παραβλέπει ο Davidson
(1978, σελ. 258) όταν συγχέει τη μεταφορά με το ψέμα. Το να επικαλεστούμε τη
μεταφορά όταν λέμε ψευδώς ότι κάποιος είναι κομμουνιστής, ή ότι μια γυναίκα
είναι μάγισσα, θα δημιουργούσε αμφισημία, ακριβώς επειδή το να είναι ένας
άνθρωπος κομμουνιστής ή μάγος, είναι κάτι που δεν απαγορεύεται από τους κυριολεκτικούς
συνδυασμούς, από τις κυριολεκτικές δυνατότητες των χαρακτηριστικών των
ανθρώπων, και επομένως μπορούμε να πιστέψουμε ότι κάποιος είναι
κομμουνιστής ή μάγος, όχι όμως και ότι είναι λύκος. Μπορούμε ακόμη να
αμφισβητήσουμε κατά πόσο η χρήση του όρου ‘μεταφορά’, στα εν λόγω παραδείγματα
είναι ορθή, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο Davidson σε προηγούμενο σημείο του
ίδιου άρθρου (σελ. 249), ασκώντας κριτική σε όσους υποστηρίζουν ότι η μεταφορά
είναι θέμα αμφισημίας, υποστηρίζει ότι η μεταφορά είναι αμέσως αναγνωρίσιμη ως
μεταφορά: «Έχουμε σπανίως αμφιβολίες ότι αυτό που έχουμε είναι μια μεταφορά».
Μια
παραπλήσια διαφορά παραβλέπει και ο Derrida (1967, σελ. 469) που
ισχυρίζεται ότι η μεταφορά είναι πρότερη της κυριολεξίας, όταν αναφέρει ότι
«Ένας άγριος όταν συναντάει άλλους ανθρώπους αρχικά τρομάζει. Ο φόβος τον κάνει
να δει αυτούς τους ανθρώπους μεγαλύτερους και πιο ισχυρούς από αυτόν. Θα τους
ονομάσει γίγαντες. Μετά από πολλές εμπειρίες θα αναγνωρίσει ότι αυτοί οι
υποτιθέμενοι γίγαντες δεν είναι ούτε πιο μεγάλοι, ούτε πιο ισχυροί από τον
ίδιο, κι ότι η κορμοστασιά τους δεν ταίριαζε καθόλου με την ιδέα που είχε
αποδώσει αρχικά στη λέξη ‘γίγαντας’. Συνεπώς θα επινοήσει ένα άλλο όνομα, κοινό
σ’αυτόν και σε εκείνους, όπως για παράδειγμα τη λέξη άνθρωπος, και θα
αφήσει τη λέξη γίγας για το ψευδοαντικείμενο που τον είχε καταπλήξει
ψευδαισθησιακά. Ιδού πώς η μεταφορική λέξη γεννιέται πριν από την κυριολεξία,
όταν το πάθος μάς θαμπώνει τα μάτια και η πρώτη ιδέα που μας προσφέρει δεν
είναι η αληθινή.» (Derrida, 1967, σελ. 469). Σ’αυτήν την περίπτωση όμως ο
πρωτόγονος απλώς διορθώνει μια λανθασμένη κυριολεκτική πεποίθηση, όχι μια
μεταφορική πεποίθηση.