Σελίδες

Showing posts with label Βενιζελισμός. Show all posts
Showing posts with label Βενιζελισμός. Show all posts

Monday, 21 July 2003

Αλέξανδρος Παπαναστασίου

Συμπληρωματικότητα και σύγκρουση στο εκσυγχρονιστικό μπλοκ: η περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου.
Ο πολιτικός και δις πρωθυπουργός
Αλέξανδρος Παπαναστασίου
     Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υπήρξε μαθητής του Schmoller στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1902, ιδρυτή της ιστορικής σχολής στην Οικονομία και αυτού που ονομάστηκε αργότερα κρατικός σοσιαλισμός. Βασικές θεωρητικές θέσεις του Schmoller υπήρξε η προσπάθεια «παρέμβασης στην καθημερινή οικονομική πολιτική με θεωρίες περί του πρακτέου» (Μ. Ψαλιδόπουλος, Ο Αλ. Παπαναστασίου ως οικονομολόγος στο Βενιζελισμός και Αστικός εκσυγχρονισμός, σελ. 331. Παράλληλα συνηγορούσε υπέρ ενός κρατικού παρεμβατισμού με στόχο την άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων. Ο Ad Wagner υπήρξε ο έτερος καθηγητής που άσκησε επίδραση στον Παπαναστασίου. Υπερασπιστής του αναδιανεμητικού ρόλου του κράτους στην κοινωνία δεν δίσταζε να αναφέρεται στη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος και την εφαρμογή της αρχής της ίσης θυσίας ,στον περιορισμό των έμμεσων φόρων και τη θέσπιση προοδευτικής φορολογίας εισοδήματος κλπ (Ψαλιδόπουλος, Ο Αλ. Παπαναστασίου ως οικονομολόγος στο Βενιζελισμός οπ.παρ σελ 337)
     Ο Παπαναστασίου επιστρέφει στα τέλη της δεκαετίας του 10 στην Ελλάδα. Στις εκλογές του Αυγούστου του 1910 εκλέγει 2 βουλευτές ενώ στις εκλογές του Νοέμβρη συνεργάζεται με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές του 1912 επιχειρεί  μια αυτόνομη κάθοδο ενώ επιδιώκει τη συνεργασία των Φιλελευθέρων μόνο μετά το ξέσπασμα του εθνικού διχασμού. Η βεμπεριανή κρατική ορθολογικότητα υπήρξε ένα βασικό στοιχείο στη σκέψη του Βενιζέλου αλλά και του ιδίου αλλά και το ιδιαίτερο στοιχείο που πρόσδεσε τον Α. Παπαναστασίου στο άρμα του βενιζελισμού.

     Έτσι και οι δυο αναγνωρίζουν τις συγκρούσεις σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό, τον προσδιορισμό ενός αποδεκτού ορίου των εργατικών διεκδικήσεων καθώς και κυρίαρχα τον επιδιαιτητικό χαρακτήρα του κρατικού μηχανισμού.(Θ. Διαμαντόπουλος, Ο Βενιζελισμός, τόμος 1 εκδόσεις Σάκκουλα 1985,σελ 97) Η διαφορά των δύο ηγετών ήταν κυρίως στο γεγονός πως για τον Βενιζέλο «η αυτόνομη οργάνωση των εργατών θα βοηθούσε το από τη φύση του ρέπον προς την ουδετερότητα κράτος να αυτονομηθεί από την κυρίαρχη αστική τάξη(Μάλιστα ο Βενιζέλος που μετά το νόμο 281/1914 για τα εργατικά σωματεία και τη γενικότερη εργατική πολιτική έχει ήδη κατηγορηθεί για «σοσιαλισμό»αναλαμβάνει να αποσαφηνίσει την κυβερνητική πολιτική στα εργατικά θέματα. Υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση πρέπει να είναι εθνική και να στέκεται πάνω από τις κοινωνικές τάξεις, ώστε να μπορεί να διαιτητεύει, όταν υπάρχει σύγκρουση ταξικών συμφερόντων, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την προαγωγή των συμφερόντων των εργατών χωρίς να θίξει την αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Χ. Χατζηιωσήφ Βενιζελογενής αντιπολίτευση-πολιτική ανασύνταξη αστισμού στο Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός σελ. 445). Για τον Παπαναστασίου η εργατική τάξη θα εξανάγκαζε να ουδετεροποιήσει το αστικό κράτος-ώστε να πράξει τον επιδιαιτητικό του ρόλο- που, γι’ αυτόν, παρέμενε κατ’ ουσία ταξικό. Με αυτή την έννοια τα μέτρα που πήρε επί πρωθυπουργίας του το 1924 στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών ή αργότερα η επιμονή του για την ίδρυση του ΙΚΑ λειτουργούσαν στα πλαίσια μιας αριστερής σοσιαλδημοκρατίας της εποχής χρησιμοποιώντας όσο το δυνατό πιο παραγωγικά το εργαλείο «κράτος». Η καταψήφιση του νομοσχεδίου για το ΙΚΑ ήταν άλλωστε και ο λόγος για την παραίτηση του από την πρωθυπουργία. Η εμμονή του Παπαναστασίου όσο και στη συνέχεια και της κυβέρνησης Βενιζέλου πάω σ’ αυτό το θέμα θεωρείται στοιχείο του αστικού εκσυγχρονισμού αφού για τον Βενιζέλο ήδη από το 1929 οι κοινωνικές ασφαλίσεις ήταν για όλους τους εργάτες η απόδειξη ότι θα μπορούσαν να περιμένουν τη βελτίωση της θέσης τους από την εύρυθμη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και όχι από την ανατροπή που επεδίωκε η Τρίτη Διεθνής.(Αντώνης Λίακος, Ο Βενιζέλος και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας στο Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός σελ. 267). Και για τον Παπαναστασίου η κοινωνική πολιτική απέναντι στην εργατική τάξη συνδεόταν άρρηκτα με την οικονομική ανάπτυξη όσο και με την προσπάθεια αυξημένης παραγωγικότητας του κεφαλαίου (Παπαναστασίου οπ.παρ σελ 489)

       Η συνύπαρξη, ουσιαστικά μέσα σ’ έναν ενιαίο πολιτικό οργανισμό του φορέα ενός αστικού προτάγματος με αυτόν μιας οιονεί σοσιαλδημοκρατίας σαφώς υπήρξε επιτυχημένη μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 20.(Ο Παπαναστασίου προσδιόριζε αυτήν την σχέση ως εξής:  «Σεις (απευθυνόμενος στον Βενιζέλο) έχετε άλλον προορισμόν και άλλον εγώ. σεις είσθε ένα είδος ατμομηχανής, η οποία πρέπει να προχωρεί και εγώ να κάμω ένα κόμμα ανορθωτικόν το οποίον, εφόσον ωριμάζουν αι ιδέαι αυταί θα τας εφαρμόζει. Αυτή είναι η μοίρα η ιδική μας και αυτή η ιδική σας. Ημείς θα βαδίζωμεν πάντα προς τα εμπρός και όταν ωριμάζουν αι ιδέαι θα τας εφαρμόζετε σεις ή οιονδήποτε άλλο κόμμα.» Παπαναστασίου οπ.παρ σελ 583.
 
      Η συμπληρωματικότητα ακόμη και όταν έφτανε στη σύγκρουση (η οποία έφτανε ενίοτε στο πεδίο της προσωπικής αντέγκλησης ήταν ανεκτή, αφού η Δημοκρατική ένωση θεωρείτο μια τάση μέσα στη μεγάλη οικογένεια των Φιλελευθέρων) δεν δημιουργούσε χάσματα στην παράταξη του αστικού εκσυγχρονισμού. 

Αυτή η σχέση υπήρξε προϊόν της πολιτικής διορατικότητας του Ε. Βενιζέλου. Η δημιουργία ενός μπλοκ αστικών δυνάμεων ήταν χρήσιμη για ποικίλους λόγους. Γνωρίζουμε ότι το αίτημα του αστικού εθνικισμού με αυτό του αστικού εκσυγχρονισμού πορεύονταν-στη σύλληψη του Βενιζέλου-μαζί. Η σύμπραξη λοιπόν της Δημοκρατικής ένωσης με το κόμμα των Φιλελευθέρων έδινε στο δεύτερο κι ένα είδος πολιτικής και ιδεολογικής νομιμοποίησης αφού η Δ.Ε αγκάλιαζε μέσα στις θεωρητικές της αναλύσεις τα αιτήματα της ίδιας της εργατικής τάξης.( Ο Στ. Στεφάνου γραμματέας του Ε. Βενιζέλου έγραφε ότι χωρίς αι λαικαί τάξεις οι αυριανοί στρατιώται να είναι ικανοποιημένοι από την τύχην των ο στόχος της Μεγάλης Ιδέας δεν θα είχε καμία ελπίδα επιτυχίας.) 

     Ουσιαστικός λόγος αυτής της πολιτικής σχέσης υπήρξε και η ίδια η προσπάθεια πολιτικής αφομοίωσης των ρευμάτων αυτών που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως ο δυνητικός αντίπαλος της αστικής δυναμικής. 

Ακόμη η Δημοκρατική Ένωση, μολονότι δεν αποτέλεσε ποτέ την εκλογική αντιπροσώπευση των δυνάμεων  στις οποίες αναφερόταν, εντούτοις υπήρξε μια από τις μοναδικές δεξαμενές πολιτικής σκέψης και ανάπτυξης της πολιτικής θεωρίας στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Η συνεργασία μ’ αυτή υπήρξε πολλαπλά χρήσιμη. Βέβαια η ταύτιση αυτή υπήρξε σε τελική ανάλυση αρνητική και για τον Α. Παπαναστασίου αλλά και γενικότερα για τη θεμελίωση μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Έτσι με την οκτωβριανή επανάσταση και στη συνέχεια την ίδρυση της κομμουνιστικής διεθνούς στην ελληνική κοινωνία δεν υπήρξε μια σοσιαλδημοκρατική έκφραση που θα λειτουργούσε αυτόνομα και θα αποτελούσε  το αντίπαλο δέος του Κομμουνιστικού κόμματος. Για το οποίο άλλωστε η Δημοκρατική Ένωση δεν είχε καμία ιδιαίτερη διαφορά από τον Βενιζελισμό. (Αγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης Θεμέλιο σελ 230-240.)
 

      Σε κάθε περίπτωση οι θεσμικές και πολιτειακές αντιλήψεις του Α. Παπαναστασίου (και η παράλληλη σύγκρουσή του με τον Ε. Βενιζέλο) ίσως αποτελούν τις πλέον ενδιαφέρουσες αντιλήψεις του και να συνιστούν  τη σημαντικότερη συνεισφορά του στην πολιτική ζωή. Η άποψη του Βενιζέλου στην ουσία να απορροφήσει τη νομοθετική λειτουργία από την κυβέρνηση συνάντησε την κάθετη αντίδραση του Παπαναστασίου. Έλεγε ο Βενιζέλος «…Ανήλθον δια να απαντήσω δι’ ολίγων εις τον κ. Αρχηγόν της Δημοκρατικής Ενώσεως, ο οποίος πιστεύει… ότι η καλή λειτουργία του πολιτεύματος απαιτεί η Κυβέρνησις να είναι Κυβέρνησις και η Βουλή Βουλή. Η Κυβέρνησις έχει την εκτελεστικήν εξουσίαν, η δε Βουλή την νομοθετικήν. Αυτά κύριοι είναι αιρέσεις κοινοβουλευτικαί. Ε. Βενιζέλος, Πολιτικαί τα 1 σελ 203. Ο Α. Παπαναστασίου υπήρξε από τους μοναδικούς που αντιτέθηκε  στην υποβάθμιση του νομοθετικού ρόλου της βουλής (τα νομοσχέδια δεν θα έπρεπε να ψηφίζονται «ασυζητητί και σωρηδόν» Παπαναστασίου οπ.παρ σελ 145. Επίσης κάθετη ήταν η αντίθεση του στον κομματικό συγκεντρωτισμό και στην αντίληψη του πειθαρχημένου κόμματος. Δεν είναι τυχαίο ότι η Δημοκρατική Ένωση ήταν το μόνο αστικό κόμμα που είχε οργανώσει συνέδρια(1924-29-31) όπως επίσης κι ένα από τα μοναδικά κόμματα που ο ρόλος των Κοινοβουλευτικών ήταν κυρίαρχος και η ελευθερία δράσης τους ιδιαίτερα σημαντική.(Διαμαντόπουλος οπ παρ σελ 122) Τα τελευταία χρόνια (όρα Γ. Πάσχος η πολιτειολογική σκέψη στην Ελλάδα 1930-35) δίνεται βαρύτητα στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στους πολιτειολόγους της δεκαετίας του τριάντα και του Α Παπαναστασίου. Για παράδειγμα ο Γ. Κυριακόπουλος, καθηγητής της Γενικής Πολιτειολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης εμφανίζει την περίοδο του 1930-35 έναν έντονο πολιτικό ριζοσπαστισμό που βρισκόταν τουλάχιστον σε αντίθεση με το προηγούμενο βίο του αλλά και τα ίδια τα κείμενά του. Στο έργο του Κυριακόπουλου υπάρχουν, όπως παρατηρεί ο Γ. Πάσχος (η πολιτειολογική σκέψη στην Ελλάδα 1930-35) στο Βενιζελισμός οπ.παρ σελ 361 πολλές θετικές αναφορές στις θεσμικές αντιλήψεις και προτάσεις του Παπαναστασίου όπως και οξεία κριτική στον Βενιζέλο και στις καισαρικές του απόψεις. Θα λέγαμε μάλιστα ότι οι πολιτκές απόψεις του Π  πάνω στην κομματική ευνοιοκρατία, το κομματικό κράτος κλπ βρίσκουν στον Κυριακόπουλο έναν ένθερμο υποστηρικτή. Ο Κυριακόπουλος αναπτύσσει από το 30 μια κριτική των πολιτικών θεσμών και καταλήγει να θεωρεί το κομματικό κράτος σαν έμμεση αλλά άρνηση της λαϊκής κυριαρχίας. «Εκ του- των καταφαίνεται ότι το πολίτευμα μας, ως κοινοβουλευτική  Δημοκρατία… έχει αποτελέσει  την ουσία του κομματικού κράτους (Parteistaat) Γ. Πάσχος οπ.παρ σελ 360-1. Σύμφωνα μάλιστα με τον Κυριακόπουλο εάν προστεθεί και η συγκέντρωση εξουσίας στην κυβέρνηση και ιδιαίτερα στον αρχηγό της τότε οδηγούμαστε δε μια αυταρχική πρωθυπουργική παντοδυναμία και «εις μιαν ολιγαρχικήν διακυβέρνησιν του τόπου.» οπ παρ σελ 361. Το παράδειγμα του Κυριακόπουλου είναι ενδιαφέρον γιατί σ’ αυτό παρατηρούμε την επίδραση που ασκούσε η πολιτική πρακτική του Π  στους πανεπιστημιακούς κύκλους.(Το ίδιο πάνω-κάτω παρατηρείται και στον Σβώλο που κατά την κατάρτιση του Συντάγματος του 1927 αναφέρεται συχνά στις κοινοβουλευτικές αγορεύσεις του Αλ. Παπαναστασίου ενώ αντιτίθεται στις αυταρχικές συνταγματικές προτάσεις του κόμματος των Φιλελευθέρων και του Ελ. Βενιζέλου. Γ. Πάσχος οπ.παρ σελ 361.
 
             Τέλος ο Α. Παπαναστασίου συνδέθηκε όσο κανείς άλλος με την αντίθεση του στο θεσμό της βασιλείας. Ο Ε. Βενιζέλος δεν δυσπιστούσε in concreto με τη δημοκρατία (Διαμαντόπουλος οπ.παρ σελ 118) αλλά θεωρούσε ότι σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε αυτό το καίριο ζήτημα. Έθετε όσο κυρίαρχο το πρόβλημα της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και όχι τόσο τη μορφή του πολιτεύματος. Στα πλαίσια του πολιτικού του πραγματισμού χρησιμοποίησε ως εργαλεία τόσο τη βασιλεία όσο και τη δημοκρατία. Ο Α. Παπαναστασίου ήταν εκ προοιμίου αντίθετος με την εργαλειακή χρήση του πολιτεύματος. Αν και θεωρούσε ότι δεν υπήρχε μέχρι τότε η αναγκαία κοινωνική ωρίμανση αλλά και συναίνεση για την αλλαγή του πολιτεύματος, εντούτοις ήταν διατεθειμένος να πάρει το ανάλογο πολιτικό ρίσκο υποστηρίζοντας αυτή την άποψη. Θεωρούσε ότι η Δημοκρατία θα μπορούσε να δημιουργήσει και θεσμούς όσο και την ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων.(Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να δούμε τις προτάσεις του για το ρόλο της γερουσίας.(Παπαναστασίου οπ.παρ σελ 461). Μάλιστα θεωρούμε ότι δεν θα ήταν αντίθετος και σε μια βοναπαρτικού τύπου πολιτειακή μεταβολή (Ας σκεφτούμε τη σχέση του με τον Κονδύλη καθώς και στην περίοδο της πρωθυπουργίας του ένα από τα ελάχιστα μέτρα που πήρε ήταν η αύξηση μισθών και συντάξεων των στρατιωτικών (Διαμαντόπουλος οπ.παρ σελ 121). Οι θεσμικές προτάσεις του Παπαναστασίου για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, το ρόλο των κομμάτων κλπ ήταν προωθημένες όχι μόνο  για την εποχή του αλλά μπορούμε να ισχυριστούμε και σήμερα. Δεν κατανοήθηκαν  όμως. Μη ξεχνάμε ότι οι συζητήσεις αυτές δεν σταμάτησαν ούτε τη δεκαετία του ογδόντα στη χώρα μας. 

Όμως η αποτυχία του Παπαναστασίου και της Δημοκρατικής Ένωσης υπήρξε ότι δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος κι ενός μετριοπαθούς συνδικαλισμού. Το γεγονός ότι το ελληνικό εργατικό κίνημα εμφανίστηκε την ώρα της τρίτης κι όχι της δεύτερης διεθνούς σαφώς επηρέασε αυτές τις κατευθύνσεις. Δυστυχώς η Δημοκρατική Ένωση δεν μπόρεσε ποτέ να οργανωθεί ως κόμμα μαζών σύμφωνα με τα πρότυπα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και επίσης η σχέση της με το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ήταν πάντα πολύ περιορισμένη. «ίσως και εξαιτίας αυτού του λόγου η πολιτική εμβέλεια των ιδεών του Αλέξανδρου Παπαναστασίου στην Ελλάδα του Μεσοπόλεμου περιορίστηκε από χαμηλά ποσοστά ψήφων και δεν μπόρεσε να εκφράσει τις κοινωνικές τάξεις, τι οποίες, υποτίθεται, αντιπροσώπευε. (Μ. Ψαλιδόπουλος οπ.παρ σελ 342) 1)
1) Βέβαια έχει ενδιαφέρον να δούμε την περίπτωση του Γ. Καφαντάρη που αν και αποσπασθείς από τον Βενιζελισμό στις εκλογές του 1932 συγκέντρωσε ένα αξιόλογο αριθμό ψήφων. Η τοπικιστική αντίληψη που εξέφρασε ο Καφαντάρης υπήρξε αρκετή για κάτι τέτοιο ενώ η απουσία μιας συγκροτημένης πολιτικής άποψης δεν έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο. Αντίθετα η άρνηση του Παπαναστασίου να εμπλακεί γενικότερα σε τοπικιστικού χαρακτήρα ζητήματα καθώς και η σφοδρή αντίθεση στην κομματική ευνοιοκρατία εξηγούν σ’ ένα βαθμό την απουσία διείσδυσης του στο εκλογικό σώμα.